Ρωμαίος Κωνσταντίνος


Ρωμαίος Κωνσταντίνος
(1874 – 1966). Αρχαιολόγος και διδάκτορας της φιλολογίας. Αρχικά δούλεψε επί 5 χρόνια ως καθηγητής σε διάφορα γυμνάσια και έπειτα, με εκπαιδευτική άδεια, έφυγε για τη Γερμανία, όπου σπούδασε αρχαιολογία στα πανεπιστήμια, Μονάχου, Βερολίνου και Βόννης. Το 1908 γύρισε στην Ελλάδα και υπηρέτησε στην αρχαιολογική υπηρεσία ως έφορος αρχαιοτήτων σε διάφορες περιφέρειες. Στη διάρκεια της μακροχρόνιας υπηρεσίας του έκανε ανασκαφές στη Τεγέα, συνεχίζοντας εκείνες στην περιοχή του ναού της Αλέας Αθηνάς. Αποκάλυψε επίσης τους αρχαϊκούς ναούς της Άρτεμης και της Δήμητρας και, στο Παλλάντιο της Αρκαδίας, έφερε στο φως τον αρχαϊκό ναό του Ποσειδώνα και της Αθηνάς. Σημαντικά ευρήματα ήρθαν στο φως και στις ανασκαφές που έκανε στην Κέρκυρα, όπου επόπτευσε αρχικά τις γερμανικές ανασκαφές και τελικά τις συνέχισε. Ανασκαφές έκανε και στην Ακαρνανία, κοντά στο χωριό Μύτικα, όπου αποκάλυψε μαυσωλείο του 2ου αι. μ.Χ. κ.α. Τις παρατηρήσεις του από τις ανασκαφές ανακοίνωσε, με αξιόλογα άρθρα, σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Από τα έργα του, τα σημαντικότερα τιτλοφορούνται Ευρήματα της ανασκαφής του άντρου της Πάρνηθας, Αι κόραι της Αιτωλίας, Ο έφηβος του Μαραθώνος, Αρχαίον ιερόν κατά τον Ταξιάρχην την Αιτωλίας κ.ά. Το 1928 ο Ρ. εξελέγη καθηγητής της ιστορίας της αρχαίας τέχνης στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διετέλεσε επίσης τακτικό μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας της Αθήνας και του Γερμανικού και Αυστριακού Ινστιτούτου. Για τις σημαντικές επιστημονικές εργασίες του βραβεύτηκε από την Ακαδημία Επιγραφών του Παρισιού.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κωνσταντίνος ο Μέγας — (Flavius Valerius Constantinus, Ναϊσσός Μοισίας [σημερινή Νις Σερβίας] 280; – Νικομήδεια Βιθυνίας 337 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας (306 337), ιδρυτής του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους (Βυζαντινής αυτοκρατορίας). Ήταν γιος του Κωνσταντίου του Χλωρού …   Dictionary of Greek

  • Liste des membres de l'Académie d'Athènes — Liste des membres de l Académie d Athènes, l académie nationale des Sciences, Humanités et Beaux Arts de Grèce. Liste 1926 (membres fondateurs nommés dans la charte de l Académie) Dimitrios Aeginitis  …   Wikipédia en Français

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Βυζάντιο, Τουρκοκρατία) — ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Η ιστορία του Βυζαντίου, μακρόχρονη και περιεκτική σε γεγονότα, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οικοδομημένη πάνω στα θεμέλια ενός οργανωμένου και ισχυρού ρωμαϊκού κράτους, κατέληξε σε μια δομή καθαρά… …   Dictionary of Greek

  • Γάλλος — I Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 430 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Ρέθυμνο, σε μια περιοχή κατάφυτη από βελανιδιές. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ρεθύμνης. II Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1.… …   Dictionary of Greek

  • γάλλος — I Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 430 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Ρέθυμνο, σε μια περιοχή κατάφυτη από βελανιδιές. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ρεθύμνης. II Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1.… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκρατορία — Μορφή μοναρχικής διακυβέρνησης μιας χώρας, που την ασκεί ο αυτοκράτορας, ανώτατος άρχοντας και απόλυτος μονάρχης. Η α. έχει έκταση μεγαλύτερη από το βασίλειο και, συνήθως, είναι ένωση κρατών. Ονομαστές α. ήταν η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή, η Α’ Γαλλική …   Dictionary of Greek

  • Αντώνιος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Καταγόταν από την Άγκυρα. Πέθανε με μαρτυρικό τρόπο, μαζί με τους γονείς του Μελάνιππο και Κασίνα, επί Ιουλιανού του Παραβάτη. Η μνήμη του τιμάται στις 7 Νοεμβρίου. 2. Λιθοτόμος. Τον σκότωσε o… …   Dictionary of Greek